Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Γλωσσικά κατάλοιπα των Σλάβων στην Ελλάδα

Στο ζήτημα της αφομοίωσης και του εκβυζαντινισμού των Σλάβων, μεγάλο χώρο καταλαμβάνει η εξέταση των γλωσσικών καταλοίπων των Σλάβων στην Ελλάδα, που ήδη απ’ το 19ο αιώνα τα χρησιμοποίησε ο Fallmerayer για να αποδείξει τον πλήρη «εκσλαβισμό» του ελληνικού χώρου.

Τις γλωσσικές επιδράσεις των Σλάβων διακρίνουμε σε τρεις κατηγορίες: α)στη γραφομένη λόγια ελληνική γλώσσα, β) στη λεξιλογική επίδραση επί της ομιλουμένης ελληνικής και γ) στα τοπωνύμια. Όσον αφορά στην πρώτη κατηγορία, ο Fallmerayer είχε υποστηρίξει ότι η απώλεια και η ανάλυση του απαρεμφάτου οφείλονταν στην επίδραση των σλαβικών γλωσσών, ενώ άλλοι ερευνητές, ο Miklosich και ο W. Meyer απέδωσαν το φαινόμενο, ο πρώτος σε αλβανική και ο δεύτερος σε ιλλυρική επιρροή. Οι παλιές αυτές πλάνες ανατράπηκαν με τη δημοσίευση εργασιών, όπως της πραγματείας του D. Hesseling. Αποδείχτηκε έτσι, ότι «η απώλεια του απαρεμφάτου στην ελληνική εξηγείται δια των γλωσσικών φαινομένων, τα οποία μας αποκαλύπτει η μελέτη της γλώσσας αυτής καθ’ εαυτήν» και ότι «το φαινόμενο της αποβολής του απαρεμφάτου έχει τις ρίζες του στη γλώσσα των πρωτοχριστιανικών χρόνων κι ότι επομένως λανθασμένα αποδίδεται σε σλαβική επίδραση».


Όμως μεγαλύτερη προσοχή αξίζουν τα σλαβικά δάνεια της νεότερης ελληνικής, δάνεια αποκλειστικά λεξιλογικά. Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι σημαντικός, γιατί ο απλός δανεισμός μερικών λέξεων που διαμορφώνονται στα φωνητικά και γραμματικά πλαίσια της γλώσσας, είναι αναπόφευκτος σε λαούς που άσκησαν πνευματική επιρροή και ήρθαν σε επικοινωνία με αλλόγλωσσες εθνικές ομάδες.

Η κατά κατηγορίες ταξινόμηση των λεξιλογικών δανείων, κατά τον Meyer, δείχνει ότι οι σλαβικές λέξεις που εισαχθήκανε στη νέα ελληνική αναφέρονται στο μεγαλύτερο μέρος τους στον καθημερινό βίο αγροτικών και ποιμενικών πληθυσμών. Σπάνια, επίθετα δηλώνουν ψυχικές ιδιότητες του ανθρώπου και καμιά σλαβική λέξη δεν δηλώνει αφηρημένες έννοιες. Η παρατήρηση αυτή είναι ενδεικτική της πνευματικής στάθμης των σλαβικών πληθυσμών και του βαθμού της επίδρασής τους. Αν, απ’ την άλλη μεριά, κατανείμουμε τα σλαβικά λεξιλογικά δάνεια κατά γεωγραφικές ενότητες, θα έχουμε, κατά τον G. Meyer πάντα, την ακόλουθη στατιστική εικόνα: Ήπειρος 95, Θεσσαλία 36, Μακεδονία 43, Θράκη 31, Στερεά, Πελοπόννησος και νησιά 31. Αυτή η κατανομή οδηγεί σε σπουδαία μεθοδολογικά και ιστορικά συμπεράσματα. Θα ήταν φυσικό να περιμένουμε περισσότερες γλωσσικές επιδράσεις σε ορισμένες περιοχές της Μακεδονίας και στη Θράκη, κυρίως στη Ροδόπη.

Αντίθετα, το μεγαλύτερο μέρος των λεξιλογικών δανείων εντοπίζεται στην Ήπειρο, όπου, κατά τους πρώιμους τουλάχιστον χρόνους, οι σλαβικές εγκαταστάσεις δεν ήταν πυκνές. Όπως σωστά παρατήρησε ο Gaster πολλές σλαβικές λέξεις μεταδόθηκαν στη νέα ελληνική έμμεσα μέσω τρίτων, μη σλαβικών φορέων, όπως οι Αλβανοί και οι Βλάχοι. Επομένως η στιγμή κατά την οποία κάθε δανεισμένη λέξη μπήκε στην ελληνική γλώσσα, είναι ανάγκη να καθορίζεται είτε μέσα απ’ τα ελάχιστα γραπτά μνημεία που έχουν σωθεί, είτε με τη φωνητική μελέτη των λέξεων και τη βοήθεια της συγκριτικής γλωσσολογίας. Δηλαδή για να εκτιμηθούν σωστά τα γλωσσικά κατάλοιπα των Σλάβων πρέπει το γλωσσικό υλικό να γίνει πλήρως γνωστό και να εξεταστεί συγκριτικά προς τις άλλες, σλαβικές και μη γλώσσες της Χερσονήσου του Αίμου. Πάντως, κατά τον Vasmer, «αντίθετα προς τις δοξασίες του Fallmerayer, η νεοελληνική γλώσσα ελάχιστα υπέστη την σλαβική επίδραση».

Την τρίτη κατηγορία γλωσσικών καταλοίπων, τα τοπωνύμια, χρησιμοποίησε κυρίως ο Fallmerayer για να στηρίξει τη θεωρία του περί διασπάσεως της ελληνικής παραδόσεως. Όμως αν εξετάσουμε το Βόρειο τμήμα της Βαλκανικής, το οποίο αποτέλεσε τον κατεξοχήν χώρο δράσεως των σλαβικών φύλων, θα παρατηρήσουμε ότι τα φύλα αυτά, ιδίως όσον αφορά στα προσλαβικά αστικά κέντρα, επέδειξαν πρωτοφανή δυσχέρεια στη γεωγραφική μετονομασία τους. Γι’ αυτό, σειρά ολόκληρη μεγάλων αστικών κέντρων φέρει ακόμη και σήμερα παλαιά ελληνικά, ρωμαϊκά, Θρακοϊλλυρικά ή και κελτικά ονόματα (π.χ. Ναϊσσός - Nisch, Αυγούσται - Οgost, Βονωνία - Vidin, Ulpiana - Lipljan, Dorostolum - Δορόστολον, Δρίστρα - Silistria, κ.τ.λ.).

Όσον αφορά τις νοτιότερες ελληνικές περιοχές, το θέμα των τοπωνυμιακών καταλοίπων είναι περισσότερο πολύπλοκο. Εδώ πρέπει να γίνει διάκριση των σλαβικών τοπωνυμίων σε δύο κατηγορίες: στα τοπωνύμια, των οποίων φορείς ήταν οι Σλάβοι έποικοι, «τα οποία αυτοί επέβαλλαν και τα οποία, μόνα αντιπροσωπεύουν την πραγματικήν, την ιστορικώς απηκριβωμένην και ουσιαστικήν επίδρασιν του σλαβικού στοιχείου εις την ονοματολογίαν της ελληνικής χώρας» (π.χ. Αράχωβα, Ζαγορά, Χελμός, Νεζερός κ.τ.λ.), και τα τοπωνύμια, τα οποία αποτελούν δευτερογενείς σχηματισμούς και δεν έχουν καμιά σχέση με το αρχικό εποικιστικό στοιχείο. Αυτά πλάσθηκαν απ’ τους Έλληνες σύμφωνα με τους φωνητικούς και μορφολογικούς κανόνες της ελληνικής γλώσσας (π.χ. Βάλιος, Ασπρόβαλτος, Μεσολόγγι, Παραλογγοί, Στάνη, Παλιοστάνη κ.τ.λ.). Αυτά τα τελευταία, μολονότι, προέρχονται από λέξεις σλαβικής προελεύσεως, δεν έχουν καμιά αποδεικτική σημασία, και καταχρηστικά και αντεπιστημονικά χαρακτηρίζονται σα σλαβικές.

Ο ιστορικός πρέπει να κάνει πολύ προσεκτική χρήση των στατιστικών δεδομένων προκειμένου να προβεί στη διατύπωση γενικότερων συμπερασμάτων, γιατί οι απόλυτες στατιστικές παρατηρήσεις παρουσιάζουν μονομέρεια και απλοϊκή ενατένιση των προβλημάτων με κίνδυνο παρερμηνείας των ιστορικών φαινομένων. Η στατιστική στην ιστορία τότε μόνο μπορεί να δώσει σαφείς εικόνες και να ερμηνεύσει ικανοποιητικά ιστορικές καταστάσεις, όταν λαμβάνονται ανά πάσαν στιγμήν υπ’ όψιν οι ιδιότητες του εξεταζομένου αντικειμένου. Πιο συγκεκριμένα, ο ιστορικός που εξετάζει από στατιστική άποψη το τοπωνυμικό υλικό, οφείλει πριν προβεί στη διατύπωση γενικότερων σκέψεων, να εξετάσει: α)αν το υλικό αυτό κατανέμεται κατά προτίμηση στις ορεινές, στις πεδινές ή στις παράλιες περιοχές. β) την σπουδαιότητα των συνοικισμών που δηλώνονται με τα ξενικά ονόματα, κι αυτό όχι μόνο στη βάση των σημερινών δεδομένων, αλλά ιστορικά, γιατί συνοικισμοί, οι οποίοι κατά τον Μεσαίωνα ήταν ασήμαντοι, εξελίχθηκαν συν τω χρόνω, σε αστικά κέντρα, και γ) εάν τα ξενικά ονόματα δόθηκαν απ’ τους εποίκους σε τόπους ακατοίκητους πριν, ή αντίθετα εξετόπισαν παλιότερα ελληνικά ονόματα.

Έχοντας κατά νου όλες τις παραπάνω επιφυλάξεις για τις στατιστικές μεθόδους και μετά από βαθιά μελέτη του τοπωνυμιακού υλικού, μπορεί κανείς να πεισθεί ότι οι συνοικισμοί της Ν. Ελλάδας, που δηλώνονται με σλαβικά ονόματα ήταν κατά κανόνα και εξακολουθούν να είναι ασήμαντοι αγροτικοί και ποιμενικοί σταθμοί. Υπάρχουν βέβαια ελάχιστες εξαιρέσεις σ’ αυτόν τον κανόνα: τα Βοδενά, η Βοστίτσα, τα Γρεβενά, το Ζητούνι (Λαμία).
Επιπροσθέτως, ο Vasmer υποστηρίζει, με βάση στατιστικά δεδομένα, ότι η ανατολική Ελλάδα, υπέστη μικρότερη σλαβική επίδραση απ’ τη δυτική. Στην Πελοπόννησο η Κόρινθος και ιδιαίτερα η Αργολίδα πλήγησαν ελάχιστα απ’ τις σλαβικές επιδρομές, στην Στερεά Ελλάδα η Αττική και η Βοιωτία. Όπου οι ακτές ήταν προσφορότερες για απόβαση, όπως στην Ανατ. Θεσσαλία, εκεί κατά πάσα πιθανότητα, οι Σλάβοι απωθήθηκαν ευκολότερα. Επίσης διέμειναν περισσότερο στους απομακρυσμένους απ’ τη θάλασσα ορεινούς όγκους, εφ’ όσον κατόρθωσαν να εισχωρήσουν σ’ αυτές τις περιοχές. Σ’ αυτό το γεγονός οφείλεται η ασθενής σλαβική επίδραση στην ονοματολογία της Εύβοιας, της Μαγνησίας, της Λάρισας, η οποία εξαίρεται ιδιαίτερα συγκρινόμενη με την ονοματολογία των Τρικάλων - Καρδίτσας, καθώς και τα πολλά σλαβικά ονόματα της Αρκαδίας και του Ταϋγέτου.

Το πρόβλημα των σλαβικών γλωσσικών καταλοίπων συνδέεται και εγείρει ένα άλλο πρόβλημα: το ποιοί ήταν οι Σλάβοι που κατέβηκαν στην Ελλάδα και σε ποια απ’ τις μεγαλύτερες σλαβικές ομάδες ανήκαν. Για τα σλαβικά φύλα που εγκαταστάθηκαν στις ελληνικές χώρες, γνωρίζουμε δυστυχώς μόνο μερικά σποραδικά ονόματα. Έτσι δεν μπορούμε, μέσα απ’ αυτά, να οδηγηθούμε σε γενικότερα συμπεράσματα όσον αφορά στην ένταξη των σλαβικών αυτών φύλων σε κάποιο μεγαλύτερο κλάδο της σλαβικής οικογένειας. Τα ονόματα αυτά είναι ελληνικής ή άγνωστης, μη σλαβικής πάντως, προελεύσεως (Στρυμονίται, Ρήχιοι, Σαγουδάτοι) ή συνδέονται με λέξεις που αναφέρονται στο φυσικό περιβάλλον (Εζερίται απ’ το ezero λίμνη), και σε φαινόμενα κοινωνικά (Δρογουβίται απ’ το drugavati), ή τέλος είναι αμφισβητούμενης ετυμολογίας και καταγωγής.

Λόγω της έλλειψης συγκεκριμένων ιστορικών τεκμηρίων ή αρχαιολογικών ευρημάτων, μόνο η φωνητική και μορφολογική έρευνα των τοπωνυμίων που διασώθηκαν, είναι δυνατόν να συμβάλλει στην επίλυση των προβλημάτων. Σύμφωνα μ’ αυτή, οι Σλάβοι που εγκαταστάθηκαν στις ελληνικές περιοχές υπάγονται στη νότια ομάδα που περιλαμβάνει τους Σλοβένους, τους Κροάτες, τους Σέρβους και τους εκσλαβισθέντες γλωσσικά Βουλγάρους. Σε αντίθεση με την παλιότερη θεωρία του Kopitar, που δεχόταν ότι οι πρώιμοι Σλάβοι που κατέβηκαν προς τον Δούναβη αποτελούσαν αρχικά ενιαία φυλετικά ομάδα που διασπάστηκε εκ των υστέρων, η νεότερη φιλολογική σχολή υποστηρίζει ότι τα σλαβικά αυτά φύλα έφεραν εξ αρχής τα στοιχεία της διαφοροποίησης. Έτσι, πολύ νωρίς, στην οικογένεια των Νοτίων Σλάβων διαμορφώθηκαν τρεις κλάδοι που τους χαρακτήριζε γλωσσική ιδιορρυθμία: οι Σλοβένοι, οι ΣερβοΚροάτες και οι Σλάβοι του Αίμου, που είναι γνωστοί με το άσχετο προς τη Σλαβική οικογένεια όνομα των Βουλγάρων.
Ο έβδομος βυζαντινός αιώνας υπήρξε αιώνας μεγάλων αλλαγών, μεταρρυθμίσεων και αγώνων. Πανίσχυρες αυτοκρατορίες εξαφανίζονται (Περσία) ή παύουν ν’ απειλούν το Βυζάντιο (Αβαρική Αυτοκρατορία). Όμως νέοι κίνδυνοι εμφανίζονται. Νέες εθνότητες, νέοι λαοί (Σλάβοι) απειλούν τώρα το Βυζάντιο. Κατορθώνοντας την αφομοίωση και τον εκβυζαντινισμό τους, το Βυζάντιο ανανεώνεται σημαντικά και βγαίνει μέσα απ’ τις προσπάθειές του ενδυναμωμένο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Σλάβοι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανανέωση του βυζαντινού κράτους, κατά τον έβδομο αιώνα. Η συμβολή τους όμως δεν συνίσταται στην ειρηνική τους διείσδυση και στην εισαγωγή εκ μέρους τους μιας δήθεν ειδικής σλαβικής κοινοτικής οργανώσεως στο Βυζάντιο, όπως πολλές φορές υποστηρίχθηκε με βάση μια σειρά από λαθεμένα συμπεράσματα, αλλά στην ανανέωση της αποδυναμωμένης αυτοκρατορίας με νέες δυνάμεις, αφού οι έποικοι «στρατιώτες» και οι ανεξάρτητοι γεωργοί των βυζαντινών θεμάτων περιλαμβάνουν τώρα και Σλάβους. Ο Lemerle τονίζει τη σημασία της δημογραφικής ζυμώσεως (bouleversement demographique), η οποία άρχισε στο Βυζάντιο τον 7ο αιώνα με την εμφάνιση των Σλάβων. Κι αυτή η δημογραφική ζύμωση και στη συνέχεια η πλήρης ένταξη των Σλάβων της Ελλάδας στο διοικητικό, πολιτικό και πολιτιστικό πλαίσιο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αποδεικνύουν, με τον καλύτερο τρόπο, τον δυναμισμό της λειτουργίας της, αλλά και της πολιτιστική της ανωτερότητα.

Για τη νεότερη ιστορική έρευνα και επιστήμη, η οποία προ πολλού υπερέβη τα όρια της στενής ερμηνείας των κειμένων με τη βοήθεια άλλων επιστημών (στην προκειμένη περίπτωση, της Εθνολογίας και της Ανθρωπολογίας), το «Σλαβικό ζήτημα» δεν υφίσταται πλέον. Η Ελλάδα υπέστη επανειλημμένα επιδρομές και δηώσεις από επήλυδες λαούς, γι’ αυτό είναι βέβαιο ότι λείψανά τους (στην προκειμένη περίπτωση γλωσσικά και κυρίως λεξιλογικά) συνεχίζουν να υπάρχουν, καθώς και, λόγω της επιμιξίας, ελαφρές κρανιολογικές αλλοιώσεις. Όμως η εθνική υπόσταση των λαών δεν έγκειται στις κρανιολογικές μετρήσεις αλλά στην ενότητα της συνειδήσεως. Άλλωστε, ο βαθμός της αγνότητας μιας ανθρώπινης φυλής είναι, κατά πρώτιστο λόγο, απόρροια της γεωγραφικής της απομόνωσης, γεγονός το οποίο δεν προσιδιάζει στην πολυκύμαντη ελληνική ιστορία. Η βαθμιαία μετατροπή των ανθρωπολογικών φυλών σε εθνικές ομάδες, δηλαδή σε λαούς και έθνη, σημαίνει ότι η φυσική ενότητα της ανθρωπότητας, εάν ποτέ υπήρξε, αντικαθίσταται απ’ την ψυχική και πνευματική ενότητα μεταξύ των λαών.

Στους ψυχικούς και πνευματικούς αυτούς παράγοντες στήριξε και το Βυζάντιο την εκπολιτιστική του δράση και την αφομοιωτική του δραστηριότητα έναντι των Σλάβων. Με την κοινή παιδεία και την κοινή πίστη παρασκεύασε τα πλαίσια για την επιρροή του, για την ακτινοβολία του ελληνικού του πολιτισμού.
«Μεταξύ δυο ηπείρων», λέει ο A. Rambaud, «η Κωνσταντινούπολη βρίσκεται σαν ζωντανός βλαστός ανάμεσα σε δυο κοτυληδόνες: αφομοιώνει, κατεργάζεται και μεταπλάσσει τα ετερόκλητα στοιχεία των επαρχιών της Ασίας και της Ευρώπης. Στους κόλπους της προσφεύγουν τυχοδιώκτες και από τη Δύση και απ’ Ανατολή. Σε μικρό χρονικό διάστημα τους μεταβάλλει σε Έλληνες: Λησμονούν τα βάρβαρα ιδιώματά τους και αποδέχονται τη γλώσσα του Βυζαντίου, οι ειδωλολατρικές τους προλήψεις υποχωρούν μπροστά στην Ορθοδοξία του. Το Βυζάντιο τους δέχεται άξεστους, βάρβαρους και τους αποδίδει στους δρόμους της τεράστιας αυτοκρατορίας του, εγγράμματους, σοφούς, θεολόγους, ικανούς διοικητές και εύστροφους κρατικούς λειτουργούς».

Σύμφωνα μ’ αυτό το πνεύμα, η σύγχρονη επιστημονική έρευνα λύνει το «Σλαβικό ζήτημα», βάσει της αφομοίωσης και του εκβυζαντινισμού των Σλάβων της Ελλάδας, συγκαταριθμώντας το γεγονός αυτό στα επιτεύγματα του Μεσαιωνικού Ελληνισμού.

Βιβλιογραφία:

1) Ν. Βέης, Εγκ. Λεξ. Ελευθερ. άρθρο περί Βυζαντινής αυτοκρατορίας, τ. 3ος, σελ.604, στήλη 6.
2) N. Jorga, Epoque et caracture de l’ etablissement des Slaves dans la Pιninsule des Balkans, Revue Historique du Sud - Est europιen, τ. 7(1930), σελ.17.
3) Προκόπιος, Ανέκδοτα, έκδ. Βόννης, Γ΄, σ. 108.
4) Μένανδρος ο Προτήκτωρ, Historici Graeci Minores II, σελ. 98,99.
5) Tafrali, Thessalonique des origines au XIV siucle, σελ. 98-99.
6) Schonfelder, Joannes von Ephesus, Kirchengeschichte, μτφρ. I.Schonfelder, Munchen 1862.
7) Payne Smith, Oxford, 1860.
8) W. J. von Douven και J. P. N. Land (Joannis Episcopi Ephesi Commentarii de beatis Orientatibus, Amsterdam 1889).
9) Charanis, Studies on the Demography of the Byzantine Empire, London 1972.
10) A. Bon, Le Pιloponnuse byzantin jusqu’ en 1204, Paris 1951.
11) Θεοφάνης (έκδ. de Boor) 347, 6, 348. 18.
12) Μichael Graebler, The Slavs in Byzantine Population Transfers of the Seventh and Eighth centuries. Etudes Balkaniques 11 (1975) 45, 50.
13) Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Μακεδονία, 4.000 χρόνια, ό.π., σ. 257.
14) G. Ostrogorsky, Ιστορία (ελλην. μτφρ.) τ. 1ος σ. 262.
15) Μάρθα Γρηγορίου - Ιωαννίδου, Η εκστρατεία του Ιουστινιανού Β΄ κατά των Βουλγάρων και Σλάβων.
16) A. A. Vasiliev, An Edict of Justinian II. September 688, Speculum 18 (1943).
17) Henri Grιgoire, Un ιdit de l’empereur Justinien II, date de Septembre 688, Byzantion 12 (1944-1945) 119-124.
18) Στ. Κυριακίδου, Τρεις διαλέξεις (Α: Ιστορική τοιχογραφία της Εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου), Θεσσαλονίκη 1953, 9 - 11 (Μακεδονική Λαϊκή Βιβλιοθήκη,13. Δημοσιεύματα της εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών).
19) A. A. Vasiliev, L’ entrιe triomphale de l’ empereur Justinien II a Thessalonique en 688, Orientalia Christiana Periodica XIII, nr, I-II, Roma 1947, 355-368 (Απόσπασμα απ’ τα Miscellanea Guiliaume de Jerphanion I).
20) P. Charanis, The Slavic Element in Byzantine Asia Minor, Byzantion 18 (1948) 70.
21) Πορφυρογέν., Περί Θεμάτων (έκδ. Α. Pertusi, Studi e testi, αρ. 160, Citta del Vaticano 1952), σ. 88-89.
22) Ahrweiler H., Μακεδονία 4.000 χρόνια, ό.π., σ. 274.
23) Στ. Κυριακίδου, Βυζαντιναί Μελέται II-V, 392 και 394/5.
24) F. Dvornik, La vie de Saint Grιgoire le Decapolite et les Slaves macidoniens au IXe siucle, Paris 1926, 36, 62, 63.
25) E. W. Brooks, Arabic Lists of the Byzantine Themes, Journall of Hellenic studies 21 (1901) 66-67.
26) Johannes Irmscher, Die Begrόndung des Themas Thrake, Studia Balkanica, 10, Sofia 1975, 101-103.
27) J. B. Bury, Imperial Administrative System in the Ninth Century, London 1911, 41 κ.ε. (The British Academy Supplemental Papers, I).
28) Κ. Αμάντου, Βολερόν, Ελληνικά 2 (1929) 124-126.- του ίδιου, Βόλος -Βολερόν, Ελληνικά 7 (1934) 267-270. Η λέξη σημαίνει ιχθυώδη τόπο.
29) Ιωάν. Καμενιάτης, (έκδ. Βόννης) 499.
30) V. Tapkova-Zaimova, Sur les rapports entre la population indigune des rιgions Balkaniques et les “barbares” au VIe-VIIe siucle, Byzantinobulgarica I (1962),σ.117 και υποσημ. 26.
31) Migne, Patrologia Graeca, τ. 107, στ. 909.
32) Fr. Miklosich, Die Slavischen Elemente im Neugriechischen, Sitzungs berichte der Phil-hist. Classe der Kais. Akademie der Wissenschaften, Βιέννη, 1870, σ. 534-535.
33) Portius S., Grammatica linguae grecae vulgaris, έκδ. W. Meyer, Paris 1889, σ. 185.
34) D. Hesseling, Essai historique sur l’infinitif grec, εν J. Psicharis, itudes de Philologie nio-grecque, Paris 1892, σ. 1-44.
35) G. Weigand, Die Wiedergabe der slavischen Laute in der Ortsnamen des Peloponnes, Balkan - Archiv, τ.4 (1928) σ.1 κ.ε.
36) Lampsides, Georges Chrysococcis, le Mιdecin et son oeuvre, Byzantinische Zeitschrift, τ.38 (1938), σ. 320-322.
37) Chr. Gerard, Les Bulgares de la Volga et les Slaves du Danube, Παρίσι 1939, σελ. 91.
38) H. Berr, En marge de l’ Histoire Universelle, Paris 1934, σ. 95-96.
39) Φ. Μαλιγκούδης, Οι Σλάβοι στη Μεσαιωνική Ελλάδα ό.π., σ. 101.
40) Αμάντου Κωνσταντίνου, Μακεδονικά. Συμβολή εις την μεσαιωνικήν ιστορίαν και εθνολογίαν της Μακεδονίας, Αθήναι 1920.
41) Αμάντου Κων., Σκλάβοι, Σκλαβησιάνοι και βάρβαροι.
42) Διομήδη Αλεξάνδρου Ν., Βυζαντιναί Μελέται Β΄. Αι Σλαβικαί επιδρομαί εις την Ελλάδα και η πολιτική του Βυζαντίου, Αθήναι 1946.
43) Ζακυθηνού Διονυσίου Α., Οι Σλάβοι εν Ελλάδι, Αθήναι 1945.
44) Θεοχαρίδου Γ. Ι., Ιστορία της Μακεδονίας κατά τους μέσους χρόνους (285-1354), Μακεδ. Βιβλιοθήκη 55, Δημοσιεύματα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1980.
45) Νυσταζοπούλου - Πελεκίδου Μαρία, Συμβολή εις την χρονολόγησιν των Αβαρικών και σλαβικών επιδρομών επί Μαυρικίου (582-602), εν Αθήναις 1970 (Εθνικόν Ίδρυμα Ερευνών, Κέντρον Βυζαντινών Ερευνών. Σύμμεικτα, τόμ. Β΄).
46) Χρυσανθοπούλου Επαμεινώνδα, Τα βιβλία θαυμάτων του Αγ. Δημητρίου, το Χρονικό της Μονεμβασιάς και αι σλαβικαί επιδρομαί εις την Ελλάδα. Ιστορική μονογραφία, Αθήναι 1958 (ανάτυπον ΚΔ΄-ΚΗ΄, 1953-1957).
47) Στράτος Α. Ν., Το Βυζάντιον στον Ζ΄ αιώνα, τ. Α΄602-626, Β΄626-634, Γ΄634-641, Αθήνα 1965, 1966, 1969.
48) Charanis Peter, On the question of the Slavonic Settlements in Greece during the Middle Ages, Byzantinoslavica 10, 1, Prague 1949, 254-258.
49) Charanis P., On the Slavic Settlement in the Peloponnesus, BZ 46 (1953) 91-103.
50) Charanis P., Ethnic Changes in the Byzantine Empire in the seventh Century, DOP 13 (1959) 25-44.
51) Charanis P., Observations on the History of Greece during the Early Middle Ages, Balkan Studies 11,1 (1970) 1-34.
52) Charanis P., Kouver, the Chronologie of his Activities and their Ethnic Effects on the regions around Thessalonica, Balkan Studies 11, (1970) 229-247.
53) Dvornik F., The Slavs, their Early History and Civilisation, Boston 1956 (American Academy of Arts and Sciences).
54) Lemerle P., La composition et la chronologie des deux premiers livres des Miracula S. Demetrii, BZ 46 (1953) 349-361.
55) Lemerle P., Saint-Demetrius de Thessalonique et les problumes du martyrion et du transept, BCH 77 (1953) 660-694.
56) Lemerle P., Invasions et migrations dans les Balkans depuis la fin de l’ιpoque romaine jusqu’ au VIIIe siucle, Revue Historique 211 (1954) 265-308 (Presse Universitaires de France).
57) Lemerle P., Esquisse pour une histoire agraire de Byzance: Les sources et les problumes, Revue Historique 2/9 (1958), τευχ. Ιαν.-Μαρτίου, 32 - 74, Απριλ.-Ιούν., 254 - 284, Ιούλ.- Σεπτ. 43 - 94.
58) Lemerle P., La chronique improprement dite de Monemvasie: Le contexte historique et ligendaire, Revue des Etudes Byzantines 21 (1963) 5 - 49.
59) Niederle Lubor., Manuel de l’antiquiti Slave, I - II, Paris 1923-1926.
60) Ostrogorsky Georg., The Byzantine Empire in the World of the seventh Century, D.O.P. 13 (1959) 3-21.
61) Rambaud A., L’empire grec au Xe siucle. Constantin Porhyrogenete. Paris 1870.
62) Vasmer Max., Die Slawen in Griechenland, Abh.der Preus. Akad.der Wissenschaften, Phil-Hist, Klasse, 12, Berlin 1941.

Αμαλία Κ. Ηλιάδη

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Δεν γίνονται δεκτά υβριστικά μηνύματα

Συνολικές προβολές σελίδας