Προ ημερών, σε μία ραδιοφωνική συζήτηση, ένας πολύ καλός δημοσιογράφος, υποστήριζε, με επιμονή, μία άποψη που είναι πολύ γνωστή και διαδεδομένη, όσον αφορά την οικονομική κρίση και τις επιβαλλόμενες πολιτικές για την αντιμετώπισή της. Έλεγε ότι εκείνο που μπορεί να δώσει τη λύση στο πρόβλημα θα ήταν η τόνωση της "ενεργού ζητήσεως", (δηλαδή, με τη γνωστή λαϊκή έκφραση το "να πέσουν λεφτά στην αγορά"), ώστε να αυξηθεί ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων και να μειωθεί η ανεργία. Αυτή είναι βέβαια μία άποψη που ακούγεται πολύ συχνά και αποτελεί σταθερή επωδό δημοσιογράφων και ακαδημαϊκών οικονομολόγων, αφού, υποτίθεται, πως είναι εμπνευσμένη από την θεωρία του Κέυνς. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μάλιστα, και στην θέρμη του λόγου του, ο καλός δημοσιογράφος, έφθασε να υποστηρίξει την πιο ριζοσπαστική μορφή της συγκεκριμένης πολιτικής, εκεί που ο Κέυνς συναντάται με τον θεωρητικό του αντίπαλο, τον Φρήντμαν: την ενίσχυση των εισοδημάτων του πληθυσμού με τη διασπορά στην οικονομία χρημάτων τα οποία πέφτουν (μεταφορικά βεβαίως) από τον ουρανό. (Το περίφημο helicopter money).

Είναι όμως αυτή η πρόταση για την ελληνική οικονομία σωστή; Ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν είναι. Και αυτό όχι μόνο γιατί στην πιο απλοϊκή της μορφή συγγενεύει στενά με τη δημώδη άποψη ότι η Γερμανία, φερ’ ειπείν, έχει υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα από την Ελλάδα γιατί εκεί υπάρχει πολύ χρήμα σε αντίθεση με εδώ που είμαστε φτωχοί, και μας τα παίρνουν κιόλας οι τροϊκανοί! Αλλά και διότι, ακόμη και στη λόγια εκδοχή της, που εκτός από τον καλό δημοσιογράφο την υποστηρίζουν και την υπερασπίζονται ακόμη και ακαδημαϊκοί οικονομολόγοι, είναι λάθος για δύο πολύ σοβαρούς λόγους. Πρώτον διότι παρερμηνεύει τον ίδιο τον Κέυνς. Δεύτερον διότι εκτιμά λανθασμένα την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και τις αιτίες της ελληνικής κρίσης.
Ποιά είναι η βασική ιδέα της θεωρίας του Κέυνς; Η ιστορία ξεκινάει από λίγο πιο μακριά. Το 1803 ένας Γάλλος οικονομολόγος, ο Ζαν Μπατιστ Σαί διατύπωσε μία θεωρία που έμεινε γνωστή με το όνομά του ("ο νόμος του Σαι" αλλά και "ο νόμος των διεξόδων"). Σύμφωνα με αυτήν η αγορά κάθε προϊόντος δεν μπορεί να γίνει παρά μέσω της αξίας ενός άλλου προϊόντος και το χρήμα δεν είναι παρά το "όχημα" μέσω του οποίου λαμβάνει χώρα η ανταλλαγή αυτή. Από τη στιγμή, δηλαδή, που κάποιος ξεκινά να δημιουργήσει κάτι (ή πουλάει την εργατική του δύναμη για να δημιουργηθεί), σκοπός του δεν μπορεί να είναι παρά να το ανταλλάξει, χρησιμοποιώντας το ενδιάμεσο του χρήματος, με κάτι άλλο που το έχει ανάγκη και θα του είναι χρήσιμο και ωφέλιμο. Συνεπώς, σύμφωνα με τον "νόμο του Σαί", δεν μπορεί να υπάρχει κρίση η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι προϊόντα που παρήχθησαν μένουν απούλητα, σε όλους τους κλάδους της οικονομίας. Αυτή η άποψη, την οποία κάποιοι οικονομολόγοι του 19ου αιώνα την απέρριψαν αλλά οι περισσότεροι την αποδέχθηκαν, ουσιαστικά κατέστη η κεντρική ιδέα της ορθόδοξης οικονομικής σκέψης, την οποία ο Κέυνς ονόμασε "κλασική" και ήρθε να ανατρέψει με την ριζοσπαστική θεωρία του την δεκαετία του 1930.